Σκάνδαλο διαφθοράς φαίνεται να εκτυλίσσεται στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, με επίκεντρο την προμήθεια ψηφιακών υδρομέτρων


Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έχει ανοίξει φάκελο για πιθανή κατασπατάληση κοινοτικών πόρων, καθώς έργα που χρηματοδοτήθηκαν από προγράμματα ΕΣΠΑ φαίνεται να εξελίχθηκαν σε πεδίο αισχροκέρδειας.


Τα ψηφιακά υδρόμετρα σχεδιάστηκαν για να καταγράφουν ηλεκτρονικά την κατανάλωση νερού, διευκολύνοντας τον έλεγχο και τον εντοπισμό διαρροών. 


Ωστόσο, σύμφωνα με την έρευνα, η τιμή τους εκτοξεύτηκε σε επίπεδα πολλαπλάσια της αγοράς. Ενώ η πραγματική αξία κυμαίνεται μεταξύ 30-35 ευρώ, ορισμένοι δήμοι τα αγόραζαν έως και 250-300 ευρώ, δημιουργώντας ερωτήματα για τη διαχείριση των δημόσιων και ευρωπαϊκών πόρων.


Η πρακτική των απευθείας αναθέσεων, που δεν απαιτούν έγκριση από το Ελεγκτικό Συνέδριο για ποσά κάτω των 40.000 ευρώ, επέτρεψε σε πολλούς δήμους να προχωρήσουν σε συνεχείς προμήθειες χωρίς ουσιαστικό έλεγχο. 


Οι πρώτες εκτιμήσεις κάνουν λόγο για ύψος υπόθεσης που μπορεί να ξεπερνά τα 300 εκατομμύρια ευρώ, αγγίζοντας περίπου τους μισούς δήμους της χώρας, όπως αναφέρουν δημοσιεύματα των Nέων.


Ένα σημαντικό ερώτημα αφορά τον ρόλο της κεντρικής κυβέρνησης, η οποία τυπικά δεν συμμετέχει στη σύναψη αυτών των συμβάσεων. Ωστόσο, η συχνότητα και οι υπερβολικές τιμές θα μπορούσαν να είχαν προκαλέσει έστω υποψία και προληπτική παρέμβαση. 


«Αρκεί ένα λεπτό έρευνας στο διαδίκτυο για να διαπιστωθεί η πραγματική τιμή των συσκευών», σημειώνουν πηγές στο Tvxs.

Η Λάουρα Κοβέσι, επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, έχει διατάξει εις βάθος έρευνα για την υπόθεση. 


Τα αποτελέσματα αναμένονται με μεγάλο ενδιαφέρον, καθώς αφορούν τον κρίσιμο τομέα της διαχείρισης ευρωπαϊκών κονδυλίων και τον τρόπο με τον οποίο αυτά αξιοποιούνται σε τοπικό επίπεδο. 


Το σκάνδαλο φέρνει ξανά στο προσκήνιο ζητήματα διαφάνειας και λογοδοσίας στην Τοπική Αυτοδιοίκηση και υπογραμμίζει την ανάγκη για αυστηρότερους ελέγχους στις δημόσιες προμήθειες.

Σε κάθε περίπτωση, η υπόθεση των ψηφιακών υδρομέτρων αποτελεί ένα σημαντικό τεστ για την αποτελεσματικότητα των θεσμών ελέγχου και για τη διασφάλιση ότι τα ευρωπαϊκά κονδύλια φτάνουν στους πολίτες με σωστό τρόπο, χωρίς υπερτιμολογήσεις ή καταχρήσεις.